Kοινότητα Θήβας, Νεα, Νέα – Ανακοινώσεις, Τα Νέα του Δήμου, Τα Νέα των Συλλόγων

Η Συνέντευξη του Δημήτρη Μαραμή στον Δήμο Θηβαίων για την πολυαναμενόμενη Rock Opera “ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ”

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 

O Δημήτρης Μαραμής είναι Έλληνας συνθέτης και πιανίστας. Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε πιάνο και σύνθεση στο Royal Welsh College of Music & Drama στη Μεγάλη Βρετανία και στο Αττικό Ωδείο στην Ελλαδα.

Έργα του συνθέτη Δημήτρη Μαραμή έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, την Κίνα και σε σημαντικούς πολιτιστικούς οργανισμούς της Ευρώπης.

Έχει συνθέσει εκτενή μουσικοθεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων: «Ερωτόκριτος» musical (ανάθεση Εθνικής Λυρικής Σκηνής, 2017), «Στοιχειωμένοι» musical  (ανάθεση Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 2019), «Καπετάν Μιχάλης» opera (ανάθεση Περιφέρειας Κρήτης, 2021), «Ελευθέριος Βενιζέλος» opera (ανάθεση Πολιτιστικού Κέντρου Ηρακλείου, 2023), «Ηρακλής Μαινόμενος» rock opera (ανάθεση του Δήμου Θηβαίων 2026), και έργα σε φόρμα ορατορίου ή κύκλων τραγουδιών: «Παλιγγενεσία» (ανάθεση Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, 2021), «Κρήτης Μύθοι» (ανάθεση Περιφέρειας Κρήτης, 2026) «Νάματα και Ιάματα» (ανάθεση Δήμου Λαρισαίων, 2023), «Δειλινό και Άγιο Φως» (ανάθεση του Δήμου Καρπενησίου, 2023) , «Η Μουσική που κάνει τη Σιωπή και Κλαίει» (ανάθεση Κέντρου Πολιτισμού Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, 2018) κ.ά..

Παράλληλα έχει συνθέσει μουσική για θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση.

Από το 2018 είναι Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Δελφών «Το Λάλον Ύδωρ».

Ο πρωτοπόρος και πολυγραφότατος συνθέτης διεθνούς βεληνεκούς, Δημήτρης Μαραμής παρουσίαζει,  μετά από ανάθεση του Δήμου Θηβαίων,  σε πρώτη παγκόσμια πρεμιέρα την Rock Opera ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ στη γενέτειρα πόλη του μύθου, τη Θήβα.

Συμμετέχουν :
  • Η Χορωδία της ΕΡΤ σε μουσική διεύθυνση Αλέξανδρου Κομνά
  • Τέσσερις καταξιωμένοι σολίστ: Γιώργος Παπαδημητρίου (Ηρακλής), Μέλα Γεροφώτη (Μεγάρα), Νίκος Κύρτσος (Αμφιτρύων), Μελίνα Μαβίδου (Ήρα) και εξαμελές μουσικό σύνολο
  • Η Δημοτική Χορωδία Θήβας και
  • Το Λύκειο Ελληνίδων Θήβας

– Πώς βιώσατε καλλιτεχνικά τη συνδιαλλαγή σας με το αρχαίο κείμενο και το δημιουργικό πάντρεμά του με το νευρώδες, δραματικό και δυναμικό ροκ στοιχείο της ενορχήστρωσης;

Το πρώτο ζητούμενο για μένα ήταν να ανακαλύψω την τραγικότητα πίσω από τον μύθο του Ηρακλή και να δημιουργήσω ένα σύγχρονο, προσωπικό μουσικό ιδίωμα για να την εκφράσω. Προηγήθηκε μεγάλη έρευνα, από τον Όμηρο και τον Ησίοδο έως τον Heiner Müller, πριν καταλήξω κυρίως στον Ευριπίδη και στον Σενέκα ως βασικές αφετηρίες. Δεν θέλησα όμως να μεταφράσω ή να μεταφέρω απλώς τα έργα τους στη μουσική, αλλά να δημιουργήσω ένα νέο, αυτόνομο λιμπρέτο (ποιητικό κείμενο), κρατώντας όσα στοιχεία υπηρετούσαν τη δική μου δραματουργική ανάγνωση.

Η ροκ γλώσσα προέκυψε οργανικά. Ο μύθος εμπεριέχει μια τεράστια συσσώρευση ενέργειας: δύναμη, βία, μανία, φόβο, και ταυτόχρονα ακραία ανθρώπινη ευθραυστότητα. Χρειαζόμουν έναν ήχο που να μη στέκεται απέναντι στο δράμα, αλλά να βρίσκεται μέσα του.

Στον δικό μου «Ηρακλή Μαινόμενο» η ίδια η παρτιτούρα γίνεται ο σκηνοθέτης: καθορίζει τον χρόνο, τις συγκρούσεις, τις εκρήξεις και τις σιωπές. Γι’ αυτό αντιλαμβάνομαι το έργο περισσότερο ως μια σύγχρονη μουσική τελετουργία.

 

 “Η Θήβα δεν είναι ένα ουδέτερο σκηνικό για το έργο, αλλά μέρος της δραματουργίας του. Τα ονόματα, οι τόποι και η μυθολογική γεωγραφία του λιμπρέτου δεν αποτελούν εδώ αφηρημένες αναφορές. Ο θεατής θα βγει από το θέατρο και θα βρίσκεται μέσα στον ίδιο τόπο στον οποίο αναφέρεται ο μύθος. Αυτή η συνάντηση του πραγματικού χώρου με τον μυθικό χρόνο είναι για μένα συγκλονιστική.”

 

 

– Ποιοι συμβολισμοί απορρέουν από τους χαρακτήρες του μυθολογικού πλαισίου, πώς αποτυπώνονται μουσικά και πώς πιστεύετε ότι η σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα αντανακλάται μέσα σε αυτόν τον «ζωντανό μύθο»;

Ο δικός μου Ηρακλής επιστρέφει στη Θήβα εξαντλημένος από τους δώδεκα άθλους και κυρίως από τον τελευταίο, την κάθοδό του στον Άδη για τον Κέρβερο. Η πρώτη του πράξη είναι να χαιρετήσει τον ήλιο και το φως της πατρίδας του, της πόλης όπου από την ένωση του Δία με την Αλκμήνη έγινε η σύλληψή του, γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Για μένα είναι ένας ήρωας γεμάτος αντιφάσεις: θύμα και θύτης, ταγμένος στην αρετή αλλά και φορέας της καταστροφής, ένα είδος αρχαϊκού, πρώιμου μεσσία για την ανθρωπότητα, όπως και ο Προμηθέας. Αυτές οι αντιθέσεις διαπερνούν και τη μουσική του ταυτότητα: η δύναμη συνυπάρχει με την κόπωση, το ηρωικό με το εύθραυστο, το φως με το σκοτάδι.

Ο Ευριπίδης γράφει το έργο στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, σε έναν κόσμο βίας, εμφύλιου σπαραγμού και κατάρρευσης βεβαιοτήτων. Η στάση της Κέρκυρας, το 427 π.Χ., όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης, είχε ήδη αποκαλύψει πόσο γρήγορα μια κοινωνία μπορεί να οδηγηθεί στην αλληλοεξόντωση.

Και σήμερα ο πόλεμος έχει επιστρέψει δραματικά γύρω μας, στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή. Ζούμε σε μια εύθραυστη εποχή όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται και η βία γίνεται ξανά μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο ισχυρότερος άνθρωπος που μετατρέπεται από σωτήρας σε καταστροφέα αποκτά τρομακτική επικαιρότητα.

Οι λαοί και τα κράτη έχουν συμφέροντα, συμμαχίες και αναγκαιότητες. Ο άνθρωπος όμως —και ιδιαίτερα ο καλλιτέχνης— οφείλει να διατηρεί το δικαίωμα να βλέπει τον ανθρώπινο πόνο πέρα από στρατόπεδα. Ίσως γι’ αυτό η τραγωδία εξακολουθεί να μας αφορά: η γεωπολιτική χωρίζει τους ανθρώπους, ενώ η τραγωδία τούς ξαναβλέπει ως ανθρώπους.

Και μας υπενθυμίζει κάτι ακόμη: η δύναμη από μόνη της δεν αποτελεί εγγύηση ούτε δικαιοσύνης ούτε σωτηρίας.

– Η εννοιολόγηση της Βίας αποτελεί διαχρονικά ένα βαθύ ηθικό, φιλοσοφικό και πολιτικό ζήτημα. Ο Ντετερμινισμός/Ρεαλισμός αλλά και η Ψυχανάλυση παρουσιάζουν τη βία ως σύμφυτη με την ανθρώπινη ύπαρξη και αναπόσπαστο κομμάτι του βιολογικού και ψυχολογικού υπόβαθρου. Πιστεύετε ότι είναι ρεαλιστικό να προσδοκούμε μια κοινωνία ανθρώπων που εξάλειψε τις αιτίες για την εκδήλωση κάθε μορφής βίας;

Η ανθρώπινη φύση περιέχει αντιφάσεις, σκοτεινές περιοχές και ένστικτα που δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η παιδεία ή ο πολιτισμός εξαφανίζουν οριστικά.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε τη βία ως αναπόφευκτη μοίρα. Εκεί ακριβώς αρχίζει η ευθύνη του πολιτισμού: όχι να προσποιείται ότι το σκοτάδι δεν υπάρχει, αλλά να το αναγνωρίζει, να του θέτει όρια και να περιορίζει την ανεξέλεγκτη έκρηξή του.

Ο Ηρακλής είναι ίσως ένα από τα ισχυρότερα παραδείγματα. Έχει δαμάσει το λιοντάρι της Νεμέας και έχει νικήσει όλα τα εξωτερικά τέρατα, όμως η δυσκολότερη μάχη αποδεικνύεται ότι βρίσκεται μέσα του.

Γι’ αυτό με συνοδεύει ιδιαίτερα ένας στίχος του έργου: «Στα δάση μέσα της ψυχής, δάμασε το λιοντάρι». Ο πολιτισμός ίσως δεν εξαφανίζει το λιοντάρι· μας διδάσκει όμως ότι οφείλουμε διαρκώς να προσπαθούμε να το δαμάσουμε.

– Το έργο συντίθεται γύρω από έναν ανθρωποκεντρικό άξονα, με στοιχεία δραματικά και τελετουργικά που αναδεικνύουν την τρωτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, την κατάρρευση ακόμα και των αθάνατων ηρώων όπως του Ηρακλή, στοιχεία που αναφύονται παράλληλα με την αλληλεγγύη απέναντι στην ανυπέρβλητη και αυθαίρετη μοίρα καθώς και την υπέρβαση μέσω της προσωπικής βούλησης. Πώς συνδέονται αυτά τα ψυχογραφικά στοιχεία με τη φύση του Ανθρώπου, κατά τη γνώμη σας;

Ο Ηρακλής είναι βαθιά τραγικός ακριβώς επειδή είναι ο ισχυρότερος. Το ψηλότερο και γερότερο δέντρο είναι εκείνο που κινδυνεύει να χτυπηθεί από τον κεραυνό, όχι το χαμηλό χορτάρι. Έχει ξεπεράσει το ανθρώπινο μέτρο και γι’ αυτό πρέπει να ταπεινωθεί από τους θεούς.

Ό,τι μέχρι τότε τον όριζε —η δύναμη, η φήμη, οι άθλοι, η θεϊκή καταγωγή— αποδεικνύεται ανίσχυρο μπροστά στην προσωπική καταστροφή. Κανένας νέος άθλος δεν μπορεί να επαναφέρει τα παιδιά του στη ζωή.

Και ακριβώς εκεί εμφανίζεται κάτι βαθιά ανθρώπινο: η παρουσία του άλλου. Η φιλία, η αλληλεγγύη και η αποδοχή του συντετριμμένου ανθρώπου αποκτούν τεράστια σημασία.

Η τραγωδία δεν του χαρίζει ένα εύκολο τέλος. Του επιτρέπει όμως κάτι δυσκολότερο: να συνεχίσει να υπάρχει γνωρίζοντας τι έχει συμβεί. Η πραγματική υπέρβαση δεν είναι να μην πέσεις ποτέ· είναι, έχοντας φτάσει στο απόλυτο μηδέν, να βρεις έναν λόγο να σηκωθείς.

– Απόψε θα βιώσουμε μια ιδιότυπη επανασύνδεση με το παρελθόν και το φαντασιακό σημαίνον μιας εύκλεης μυθολογικά και ιστορικά Θήβας. Ποια είναι η δική σας εσωτερική αίσθηση που απόψε τοποθετείτε πίσω στη μυθολογική του καταβολή και μπροστά στο θηβαϊκό κοινό έναν παγκόσμιο Ήρωα;

Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη συγκίνηση της συγκεκριμένης βραδιάς. Ο Ηρακλής δεν έρχεται απλώς να παρουσιαστεί στη Θήβα. Επιστρέφει στη γενέτειρά του, στο σπίτι του.

Η Θήβα δεν είναι ένα ουδέτερο σκηνικό για το έργο, αλλά μέρος της δραματουργίας του. Τα ονόματα, οι τόποι και η μυθολογική γεωγραφία του λιμπρέτου δεν αποτελούν εδώ αφηρημένες αναφορές. Ο θεατής θα βγει από το θέατρο και θα βρίσκεται μέσα στον ίδιο τόπο στον οποίο αναφέρεται ο μύθος. Αυτή η συνάντηση του πραγματικού χώρου με τον μυθικό χρόνο είναι για μένα συγκλονιστική.

Έναν χρόνο μετά τους «Στοιχειωμένους ΙΙ» στα Καστέλια, στους τάφους του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, επιστρέφω στην τρίτη αρχαιότερη πόλη στην Ευρώπη, τη Θήβα με έναν μεγάλο θηβαϊκό μύθο. Δημιουργείται έτσι ένας ιδιαίτερος διάλογος ανάμεσα στη σύγχρονη μουσική δημιουργία και σε έναν τόπο με τεράστια ιστορία.

Ο Ηρακλής δεν θα επιστρέψει απόψε ως άγαλμα ή ως ένδοξο κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά ως ένας ζωντανός άνθρωπος που αγαπά, νικά, καταρρέει, σκοτώνει, συνειδητοποιεί, πονά και καλείται να συνεχίσει να ζει. Εκεί ο μύθος παύει να ανήκει μόνο στο παρελθόν και ζωντανεύει στο παρόν.

Σας ευχαριστώ θερμά!

 

*Η Όλγα Μάμαλη είναι Δημοσιογράφος, απόφοιτη του Τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με ειδίκευση στην Κοινωνιολογία και τις Πολιτικές Επιστήμες (Master of Arts) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα εργάζεται ως Υπεύθυνη Επικοινωνίας στο Γραφείο Τύπου του Δήμου Θηβαίων.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΑΜΗ